30/3/19

Νίκος Μπελογιάννης: «Πάμε για καθαρό αέρα;»

Nίκο σήκω», του φώναξε ο υπαρχιφύλαξ κι αυτός με ηρεμία στο βλέμμα, χωρίς ταραχή στη φωνή του, απάντησε: «Πάμε για καθαρό αέρα;». Έτσι αντίκρισε τον θάνατο ο Νίκος. Κατάματα… Σαν απαλό αεράκι, που θα έφτανε τώρα σε νέα πρόσωπα και σε καινούργιες ψυχές. Και θα ενέπνεε νέους αγώνες για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Ήταν 30 Μαρτίου του 1952 όταν τον εκτέλεσαν. Έφυγε 37 χρονών, αλλά είναι σαν να μην έχει φύγει. Είναι καθημερινά δίπλα σε χιλιάδες αγωνιστές, σε ανθρώπους που εμπνέονται και διδάσκονται από το παράδειγμά του, από νέες και νέους που παλεύουν για να δημιουργήσουν «νέους χρόνους κι εποχές, στο μπόι των ονείρων μας, στο μπόι των ανθρώπων».



Αριστερά: σε ηλικία 5 ετών στην Αμαλιάδα το 1920 – Δεξιά: μετά τη λήξη του Εμφυλίου, λίγο πριν επιστρέψει παράνομα στην Ελλάδα.

Τον Νίκο τον εκτέλεσαν Κυριακή, μία μέρα που ακόμα και οι ναζί δεν έκαναν εκτελέσεις. Προσπάθησαν να το κάνουν στα κρυφά, βλέπετε, επειδή φοβόντουσαν τις κινητοποιήσεις. Φοβόντουσαν… Ο Νίκος πάλι όχι.
Δεν είχε προλάβει να ξημερώσει ακόμα, όταν ο Νίκος έπεσε νεκρός μαζί με τους συντρόφους του, Δημήτρη Μπάτση, Νίκο Καλούμενο και Ηλία Αργυριάδη, από τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος. Έπεσαν νεκροί από τις σφαίρες του αμερικανοθρεμένου μετεμφυλιακού κράτους της κυβέρνησης Πλαστήρα, του παλατιού, των μαυραγοριτών και των ταγματασφαλιτών.
«Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε. Μ’ ένα γαρύφαλλο ξεκλείδωσε όλη την αθανασία. Μ’ ένα χαμόγελο έλαμψε τον κόσμο για να μη νυχτώσει», έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος την ίδια μέρα της εκτέλεσης, από τον Αϊ – Στράτη που βρισκόταν εξόριστος.
Πλήθος κόσμου των γραμμάτων και των τεχνών – και όχι μόνο – προσπάθησε  να αποτρέψει την εκτέλεση. Από τον Ναζίμ Χικμέτ και τον Πωλ Ελυάρ, μέχρι τον Πικάσο, τον Τσάρλι Τσάπλιν και τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Η κυβέρνηση Πλαστήρα έλαβε γύρω στα 250.000 τηλεγραφήματα, που ζητούσαν τη σωτηρία του. Μάταια, όμως. Η απόφαση είχε παρθεί από εκείνους που εξαπολύουν πολέμους και αιματοκυλούν τους λαούς για τα κέρδη τους και τα συμφέροντά τους. Στην Αμερική έγραψαν μετά την εκτέλεση: «Η δίκη αυτή είναι από τα σπουδαιότερα παγκόσμια γεγονότα τα οποία σημειώθηκαν κατά τον Φεβρουάριο του 1952. Αποτελεί δίδαγμα διά τον ελεύθερο κόσμον. Αποδεικνύει ότι τα απανταχού κομουνιστικά κόμματα δεν εμπνέονται από πολιτικούς σκοπούς, αλλά αποτελούν οργανώσεις κατασκοπείας».
Το έγκλημα που έκανε ο Νίκος Μπελογιάννης ήταν ότι υπήρξε κομμουνιστής κι αυτό δεν μπορούσαν να του το συγχωρέσουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα διεθνιστή ο ίδιος, ενός πραγματικού πατριώτη που πάλευε και με το όπλο παρά πόδα, αλλά και με την ίδια του την πένα και το κοφτερό του το μυαλό για να ξημερώσουν καλύτερες μέρες στον τόπο μας.

Έγγραφο της ασφάλειας τον Μάιο του 1950 αναφέρει πως ο Μπελογιάννης είναι άνθρωπος «ευρείας μαρξιστικής και εγκυκλοπαιδικής μορφώσεως ως και δεινός χειριστής του λόγου και της γραφίδος».
Ο Νίκος Μπελογιάννης στον ΔΣE
Δίδαξε θάρρος, ειλικρίνεια, τιμιότητα, λεβεντιά και αυτοθυσία, με τον τρόπο που ξέρουν να διδάσκουν μόνο εκείνοι που έχουν ταχθεί με όλη τους την καρδιά στην υπεράσπιση των συνανθρώπων τους, που αντιπαλεύουν την κοινωνική αδικία και μπαίνουν μπροστάρηδες για τη δημιουργία ενός κόσμου χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Μετά τη δολοφονία του, ο σπουδαίος γάλλος ποιητής, Πωλ Ελυάρ, έγραψε: «Ο Μπελογιάννης είναι νεκρός. Δε θυσίασε τίποτα απ’ την τιμή και την ελπίδα μας για ένα αύριο φωτεινό. Χαμογελούσε…»
Το διάσημο σκίτσο του Πικάσο, που στην άκρη του μένει ανοιχτό, έκανε τον γύρο του κόσμου και μνημονεύεται μέχρι και σήμερα. Όταν τον είχαν ρωτήσει γιατί δεν το έκλεισε, είχε πει: «Έναν τόσο μεγάλο άνθρωπο δεν μπορείς να τον κλείσεις σε ένα πορτρέτο»…
«Νομίζω ότι ο πατριωτισμός ενός κόμματος ή και ατόμων ακόμα κρίνεται όταν κινδυνεύουν η ανεξαρτησία, η ελευθερία και ακεραιότητα της πατρίδας μας. Εκεί βρίσκεται η λυδία λίθος, αυτό είναι το κριτήριο για τον πατριωτισμό ενός κόμματος. Και αν θελήσει κανείς με τέτοια κριτήρια να κρίνει το ΚΚΕ, θα δει ότι δεν είναι κόμμα προδοτικό αλλά αντίθετα είναι καθαρά ελληνικό και πατριωτικό. […] Ένα δεύτερο κριτήριο για το εάν είμαστε προδότες είναι αυτό: αν ήμασταν προδότες στο τέλος δεν θα είχαμε καμιά επιρροή στον λαό και θα παύαμε να υπάρχουμε σαν κόμμα και σαν οργάνωση ενώ το αντίθετο ακριβώς συμβαίνει. […] Αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από τους κατηγόρους μας. Το δείξαμε όταν εκινδύνευε η ελευθερία, η ανεξαρτησία και η ακεραιότητά της και ακριβώς αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες χωρίς πείνα και πόλεμο. Για τον σκοπό αυτό αγωνιζόμαστε και όταν χρειαστεί θυσιάζουμε και τη ζωή μας», είπε, μεταξύ άλλων, στην «απολογία» του ο Νίκος Μπελογιάννης, στη δεύτερη δίκη του, το Φεβρουάριο του 1952, στο Α΄ Διαρκές Στρατοδικείο Αθηνών.
Ο Νίκος Μπελογιάννης μπροστά στους στρατοδίκες
Ο Μπελογιάννης θυσιάστηκε, αποδεικνύοντας πως το να είσαι κομμουνιστής, αληθινός κομμουνιστής, είναι ίσως το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο. Είναι μία αέναη αναμέτρηση με την αδικία, με τις εσωτερικές ανθρώπινες αντιφάσεις, με την ίδια την κοινωνία που προσπαθεί να σε αποκτηνώσει και να σε μετατρέψει σε γρανάζι στη μηχανή της.
Ο Νίκος δεν έπεσε στην παγίδα. Και γι’ αυτό τον μνημονεύουμε σήμερα. Επειδή το παράδειγμά του εμπνέει και θα συνεχίσει να εμπνέει εκατοντάδες ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, μέχρι να πραγματωθούν όλα εκείνα για τα οποία πάλευε. Θα τα καταφέρουμε, Νικολή. Δεν θα αφήσουμε ούτε το αίμα το δικό σου ούτε των υπόλοιπων αγωνιστών να πάει χαμένο…




18/3/19

Είναι κάτι παιδιά

Tην εποχή που ζούμε δυστυχώς δεν την διαλέξαμε. Ποτέ δεν είχαμε αυτή την επιλογή και όπως και να το κάνεις δεν είναι και η καλύτερη. Ο καθένας λοιπόν ψάχνει να βρει τις διεξόδους του, τις σταθερές του, αυτά που θα γεμίζουν το μυαλό και την καρδιά του, αυτά που θα του χαρίσουν ενα χαμόγελο και μια γαλήνη. Αυτά που θα τον κάνουν να ξυπνήσει δυνατός την επόμενη μέρα να πάει στο μεροκάματο.
Έτσι είναι κάτι παιδιά που το Σάββατο το βράδυ δεν βγαίνουν έξω και κοιμούνται νωρίς, ξυπνώντας διαρκώς στον ύπνο τους απο λαχτάρα και ανυπομονησία. Γιατί η Κυριακή είναι η μέρα που μαζί με τους φίλους τους θα πάρουν τις μηχανές τους για μια μεγάλη εκδρομή ή μια βόλτα. Είναι εκεί που ένας θα περνάει τον άλλο και μετέπειτα στην ταβέρνα τα πειράγματα μεταξύ μπριζόλας και ρετσίνας θα δίνουν και θα παίρνουν. Είναι κάτι παιδιά που τα σαββατοκύριακα δεν είναι αραγμένα σε καφετέριες και υπολογιστές αλλά μέσα στα βουνά, σκαρφαλώνοντας ραχούλες και κάνοντας μικρά και μεγάλα άλματα μπροστά. Ενώ το μεσημέρι γυρνάνε λασπωμένα να φάνε ένα ζεστό πιάτο φαί και να αποκοιμηθούν στον καναπέ.
Είναι κάτι παιδιά που τις νύχτες δεν τα πιάνει ύπνος και λυσομανάνε με τις μηχανές τους σε όλες τις κεντρικές λεωφόρους. Κάνουν στάση για τσιγάρο χαζεύοντας τα φώτα που απλώνει κάθε βράδυ η πόλη, ενώ η μυρωδιά της άκαυτης βενζίνης είναι το δικό τους χαλαρωτικό. Είναι κάτι παιδιά που περνάνε ατέλειωτες ώρες σε αυτοσχέδια γκαράζ παρέα με γράσα, ροπόκλειδα, στροφάλους, σουβλάκια, μπύρες, πειράγματα και όμορφες κουβέντες. Κάποια άλλα που βλέπουν την ζωή να περνά διαγώνια στις στροφές της Επιδαύρου, του Α. Ιωάννη Ρώσσου, στο Μπράλο σημαδεύοντας πάντα για την κορυφή. Ενώ κάποια έχουν μηχανάκια που στάζουν λάδια, ρετάρουν, με στραβά τιμόνια και σκουριασμένες ακτίνες στους τροχούς, αλλά μόλις τα καβαλήσουν μεταμορφώνονται σε παγκόσμιους πρωταθλητές!
Όλα τα παραπάνω που περιγράφω είναι τα καταφύγια όλων αυτών των παιδιών. Τα δικά σου, τα δικά μου. Όλων μας. Ακόμα και αν δεν τα καταφέρνουμε πάντα όσο θα θέλαμε, είναι πάντα εκεί να μας θυμίζουν οτι η πόρτα τους είναι πάντα ανοιχτή να μπούμε και να ξεχαστούμε για όσο το λέει η καρδιά μας.

Υ.Γ: To κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο στα παιδιά που μου στείλαν την παραπάνω φωτογραφία. Καλούς δρόμους να έχετε μάγκες!